10 χρόνια από την ίδρυση της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Συνέντευξη της Βίκυς Χασάνδρα.

10 χρόνια από την ίδρυση της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Συνέντευξη της Βίκυς Χασάνδρα.

Φέτος, ο κόσμος των ελληνικών Γραμμάτων γιορτάζει ένα μοναδικό γεγονός: τη συμπλήρωση των δέκα χρόνων από την ίδρυση της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ). Βέβαια, μπορεί λόγω της εξάπλωσης του Κορωνοϊού, να ματαιώθηκαν όλες οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να θυμηθούμε τα έργα και τις ημέρες αυτής της πρωτότυπης λογοτεχνικής λέσχης συγγραφέων και τη συνεισφορά της στον σύγχρονο πολιτισμό της χώρας μας.

Τη 10η Απριλίου του 2010 στο καφέ “Σοφία” που βρίσκεται στον πεζόδρομο της οδού Βαλαωρίτου, 25 συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας σύστησαν την ΕΛΣΑΛ. Σύμφωνα με το καταστατικό τους ο σκοπός της λέσχης αποσκοπούσε κυρίως στη διάδοση και τη μελέτη του συγκεκριμένου είδους και την έναρξη επαφής με τη Διεθνή Ομοσπονδία Αστυνομικών Συγγραφέων. Η ίδρυση της ΕΛΣΑΛ αποτέλεσε στην πραγματικότητα το επιστέγασμα των κόπων δεκαετιών των συγγραφέων που ασχολούνταν με το αστυνομικό μυθιστόρημα και την οριστική καθιέρωσή του ως αυτόνομο παρακλάδι στα γράμματα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μανία του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με το αστυνομικό αφήγημα, δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο, ξεκίνησε σχεδόν πριν 100 χρόνια. Το 1928, γράφτηκε “Το έγκλημα στο Ψυχικό”, η πρώτη τέτοιου είδους ιστορία από τον συγγραφέα Παύλο Νιρβάνα (1866-1937). Το συγκεκριμένο εκδοτικό γεγονός δεν αποτέλεσε έκπληξη τότε, αν κρίνουμε την ήδη μεγάλη επιτυχία που γνώριζαν οι ιστορίες των Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και Αγκάθα Κρίστι, από τον 19ο αιώνα στη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Στη χώρα μας η αστυνομική λογοτεχνία έγινε ευρέως γνωστή κατά την περίοδο 1950 – 1967 μέσω των περιοδικών “Μάσκα” και “Μυστήριο” και ιδιαίτερα με τις ιστορίες του δημοσιογράφου Γιάννη Μαρή. Τα τελευταία χρόνια η ΕΛΣΑΛ διευρύνθηκε, φτάνοντας τα 45 μέλη που ηλικιακά καλύπτουν το εύρος τριών γενεών.

Στα πλαίσια λοιπόν, της συμπλήρωσης των 10 χρόνων η γραμματέας της ΕΛΣΑΛ έδωσε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Γιώργο Τρίγκα.

Η λέσχη της ΕΛΣΑΛ γιορτάζει φέτος τα δέκα χρόνια λειτουργίας. Πώς νιώθετε γι’ αυτό;

Είναι τιμητικό για μένα που η θητεία μου σαν Γραμματέας της ΕΛΣΑΛ συμπίπτει με την συμπλήρωση δέκα χρόνων από την ίδρυσή της. Ετοιμάζαμε με χαρά μία σειρά εκδηλώσεων, όπως ένα τριήμερο φεστιβάλ γνωστών ταινιών βασισμένων σε αστυνομικά βιβλία, που θα περιελάμβανε επίσης συζητήσεις πάνω στη σχέση κινηματογράφου και βιβλίου, όμως μας πρόλαβε δυστυχώς η πανδημία. Κατά συνέπεια θα περιοριστούμε σε μία διαδικτυακή εκδήλωση μέσα στο χειμώνα μεταθέτοντας τα υπόλοιπα σχέδια για το μέλλον. Το σημαντικό πάντως είναι να γράφονται και να εκδίδονται αστυνομικά βιβλία από Έλληνες συγγραφείς και να ανοίξει μία συζήτηση για τις τάσεις που επικρατούν σήμερα στην αγορά του αστυνομικού βιβλίου, τόσο του ελληνικού όσο και του ξενόγλωσσου.

Πώς κρίνετε την πορεία της ΕΛΣΑΛ μέχρι στιγμής; Θεωρείτε ότι πετύχατε τους αρχικούς στόχους της λέσχης;

Ένας βασικός αρχικός στόχος της ΕΛΣΑΛ ήταν η διάδοση και προώθηση της καλής αστυνομικής λογοτεχνίας. Μέσα από δράσεις και εκδηλώσεις της ΕΛΣΑΛ το ελληνικό κοινό ήρθε πιο κοντά με το έργο Ελλήνων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας. Ενδεικτικά αναφέρω ένα αφιέρωμα στον Γιάννη Μαρή, τον πατριάρχη του ελληνικού αστυνομικού, με ομιλητές σημαντικούς μελετητές και συγγραφείς της αστυνομικής λογοτεχνίας, ή την έκδοση συλλογικών τόμων διηγημάτων Ελλήνων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας σε συνεργασία με γνωστούς εκδοτικούς οίκους (Ελληνικά Εγκλήματα, Ο Τόπος σκότωσε τον ένοχο, Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα). Μέσα από τη δράση της ΕΛΣΑΛ δημιουργήθηκε ένα θετικό κλίμα για την αστυνομική λογοτεχνία και τους συγγραφείς της σε μία εποχή που οι λογοτεχνικές σελίδες των εφημερίδων ή των περιοδικών δεν αφιέρωναν ιδιαίτερο χώρο στο αστυνομικό. Είναι πολύ ενθαρρυντικό που σήμερα υπάρχουν λέσχες ανάγνωσης αστυνομικής λογοτεχνίας ή ιστοσελίδες που ασχολούνται αποκλειστικά με την αστυνομική λογοτεχνία. Η ΕΛΣΑΛ έχει βάλει το δικό της λιθαράκι στην αντιστροφή ενός κλίματος δυσπιστίας απέναντι στο αστυνομικό.

Τα χρόνια που λειτουργούσε η ΕΛΣΑΛ, στην Ελλάδα κυριαρχούσε η οικονομική κρίση. Λόγω αυτού το γεγονότος, θεωρείτε ότι επηρεάστηκε η ποιότητα της σύγχρονης ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας;

Η κρίση όντως συνέβαλε στην άνοδο του αστυνομικού μυθιστορήματος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Μάλιστα ταυτίστηκε τόσο πολύ το νουάρ με την οικονομική κρίση που θεωρήθηκε από πολλούς το νέο κοινωνικό μυθιστόρημα. Ένας χαρακτηρισμός που κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτος. Θα λέγαμε ότι το νουάρ βρήκε πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθεί μια και η θεματολογία του συνδέεται με τις ανισότητες, τoν υπόκοσμο, τη διαφθορά, συνθήκες μέσα από τις οποίες ξεπετάχθηκε και η κρίση που άλλαξε τις ζωές όλων μας. Αν συγκρίνει κανείς τον αριθμό των Ελλήνων συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας, που εξέδωσαν βιβλία τη δεκαετία του ογδόντα ή και του ενενήντα, με τους συγγραφείς που εμφανίστηκαν την τελευταία δεκαετία θα παρατηρήσει μία εντυπωσιακή ανοδική πορεία. Είδαμε μάλιστα να δοκιμάζονται στο αστυνομικό και συγγραφείς που μέχρι τότε δεν είχαν καταπιαστεί με το είδος. Αλλά αυτό ήταν μία παγκόσμια συγκυρία που επηρέασε και την ελληνική εκδοτική αγορά. Μένει να δούμε αν θα συνεχιστεί αυτή η “εκδοτική άνθηση” του αστυνομικού μυθιστορήματος και στις νέες οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνονται στις μέρες μας λόγω της πανδημίας. Θα έλεγα ότι έχουμε έναν θετικό απολογισμό και μία νέα πρόκληση μπροστά μας.

Μπορεί τελικά η αστυνομική λογοτεχνία να λάβει κοινωνιολογικές προεκτάσεις;

Υπάρχουν πολλές τάσεις στο αστυνομικό. Μία από αυτές είναι η στροφή σε πιο κοινωνικά θέματα, κάτι στο οποίο συνέβαλαν και οι πολιτικές και κοινωνικές συγκυρίες, όπως ανέφερα νωρίτερα. Όμως δεν μπορούμε να περιορίσουμε το αστυνομικό σε αυτή την οπτική. Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι πάνω από όλα μυστήριο και σασπένς! Μην ξεχνάμε ότι η θεματολογία του νουάρ συνδέεται άμεσα με τη μοναξιά, τον έρωτα, τον θάνατο. Μέσα από την αφήγηση μιας αστυνομικής ιστορίας μπορεί κανείς να μιλήσει για τραύματα, για επιθυμίες, για οικογενειακές συγκρούσεις, θέματα που ταυτίζονται με την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.

Πώς κρίνετε τη νέα τάση του Nordic Noir; Ανανέωσε την σύγχρονη αστυνομική λογοτεχνία;

Είναι αλήθεια πως το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα  ανανέωσε το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού για το αστυνομικό.

Συστήνει το αστυνομικό μυθιστόρημα και σε ένα λιγότερο εξοικειωμένο με το είδος κοινό, ανάμεσά τους και μία μερίδα του γυναικείου αναγνωστικού κοινού. Σαφώς και επηρέασε επίσης μία νεότερη γενιά συγγραφέων. Οπότε θα λέγαμε ότι δημιούργησε νέες προσδοκίες τόσο εμπορικά όσο και λογοτεχνικά. Είναι ενδιαφέρον πάντως σε κάθε νέα τάση που παρατηρείται να κοιτάζει κανείς στην αφετηρία της, τα πρότυπα και τις επιρροές. Οι ίδιοι οι συγγραφείς του Nordic Noir αναφέρονται στις συνεντεύξεις τους στο κλασικό αμερικάνικο νουάρ. Θα έλεγα ότι εκείνο που γοητεύει ιδιαίτερα στο Nordic Noir είναι η μεταφορά του εγκλήματος και της αστυνομικής ιστορίας σε ένα άγνωστο μέχρι τώρα κοινωνικό και ιστορικό περιβάλλον για το ευρύτερο κοινό.

Κατά την γνώμη σας, ενδιαφέρεται η νέα γενιά αναγνωστών για το αστυνομικό μυθιστόρημα;

Οι νέοι είναι πιο εξοικειωμένοι σήμερα με την αστυνομική λογοτεχνία λόγω και της τηλεόρασης ίσως. Αυτό έχει τα θετικά του αλλά και τα αρνητικά του. Στα αρνητικά θα έλεγα ότι πολλοί αναγνώστες διαβάζουν σήμερα ένα αστυνομικό μυθιστόρημα όπως θα έβλεπαν μία σειρά. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τους συγγραφείς των διεθνών best sellers που γράφουν με στόχο το βιβλίο τους να γίνει σειρά. Με αποτέλεσμα να χάνεται σε αρκετές περιπτώσεις η σχέση με την λογοτεχνική πλευρά του αστυνομικού ή να απειλείται η οικονομία της γραφής, βασικό στοιχείο του αστυνομικού και της αναγνωστικής απόλαυσης… Πάντως χαίρομαι ιδιαίτερα όταν σε κάποιο βιβλιοπωλείο βλέπω έναν νέο άνθρωπο να ζητάει ένα κλασικό αστυνομικό ή νουάρ. Είναι ένας ασφαλής τρόπος για να εκπαιδευτεί κανείς στην ανάγνωση ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος.

Και μια τελευταία ερώτηση: Τι πιστεύετε ότι χάνει ένας αναγνώστης που δεν διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα;

Στερείται τη χαρά του παιχνιδιού και της έκπληξης καθώς ανακαλύπτει την αλήθεια. Ο αναγνώστης ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, αν το δούμε αντίστροφα μια και η αλήθεια έχει πάντα δύο όψεις, εκείνο που κερδίζει είναι ότι ανακαλύπτει θέλοντας και μη τη σκοτεινή πλευρά του εαυτού του, που μπορεί τελικά να μην του είναι και τόσο δυσάρεστη. Έχει απολαύσει τη διαδρομή και νιώθει ο ίδιος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ευχαριστώ πολύ.

Όλη η συνέντευξη είναι δημοσιευμένη στο τεύχος του YELLOWBOX που κυκλοφορεί στα περίπτερα._

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.