JOHN CARPENTER! Ένα μουσικό και σκηνοθετικό φαινόμενο.

JOHN CARPENTER! Ένα μουσικό και σκηνοθετικό φαινόμενο.

H πρώτη εποχή. Dark Star, Η Νύχτα με τις Μάσκες, O Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση, Η Ομίχλη, Απόδραση από την Νέα Υόρκη…

Δεν θυμάμαι πότε συνειδητοποίησα το γεγονός πως ο John Carpenter έγραφε τις μουσικές των ταινιών του. Μάλλον λίγο μετά τα μέσα του ’80, όταν είχε πέσει στα χέρια μου ένα LP του με το soundtrack από την Ομίχλη (The Fog) στη γερμανική εταιρεία Colosseum Schallplatten.

H Ομίχλη ήταν, και είναι, η πιο αγαπημένη μου ταινία του – ένα μοναδικό παραμύθι τρόμου με υπαινιγμούς από H.P. Lovecraft και M.R. James, που διαθέτει επιστημονική, δηλαδή εκπληκτική, κλιμάκωση του άγχους. Σ’ εκείνη την κλιμάκωση δεν είχε συμβάλλει μόνο η κινηματογράφηση των χώρων (του φάρου Point Reyes π.χ. που κρεμόταν σαν αετοφωλιά πάνω από τον Ειρηνικό, εκεί κάπου βορειότερα του Σαν Φρανσίσκο), αλλά και η μουσική του John Carpenter, η οποία γράφτηκε μάλιστα δύο φορές! Τα λέει ο ίδιος ο Carpenter στο οπισθόφυλλο του δίσκου, καθώς μιλάει για τις δύο εντελώς διαφορετικές edits.

Δεν είμαι σίγουρος αν ο Carpenter είχε ακούσει τους Ιταλούς Goblin και τα soundtracks που είχαν γράψει εκείνοι στα seventies για διάφορες ταινίες τρόμου (το Profondo Rosso του Dario Argento, το Dawn of the Dead του George A. Romero, το Patrick του Richard Franklin ή το Buio Omega του Joe D’Amato…), αν και είναι πολύ πιθανό. Το λέω γιατί το soundtrack της Ομίχλης έχει κάτι μοναδικά υπαινικτικό και ταυτοχρόνως δραματικό, που δεν τον είχε κανένα score του Carpenter έως τότε. Οι απλές, σχεδόν στοιχειώδεις μελωδίες στα σύνθια, έτσι όπως “ντύνονται”, μέσα από τις αναλογικές συμβολές, τα ντραμ-μασίν και τα χαμηλής έκτασης μπάσα, αποκτούν μια υπερκόσμια διάσταση, που τεντώνει τα νεύρα, θέτοντας σε εγρήγορση άπασες τις αισθήσεις. Ιδίως κατά την διάρκεια της προβολής, όταν δεν προσέχεις τη μουσική.

Γιατί αυτή είναι η μεγάλη μαγκιά, ας το πούμε έτσι, των soundtracks του Carpenter. Δεν γίνονται αντιληπτά σε πρώτο χρόνο.

Ο Carpenter δεν γράφει μουσική για να ξεχωρίσει (η μουσική), αλλά για να “πάει” παράλληλα με το φιλμ. Να υπηρετήσει το στόρι δηλαδή και όχι να αυτονομηθεί από εκείνο. Εντάξει, μπορεί να την ακούμε αυτονομημένη στους δίσκους, αλλά η ουσία της βρίσκεται πρώτα εκεί, πάνω στο φιλμ, δίπλα στη δράση και κυρίως δίπλα στη μη δράση. Σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση του μουσικού υπαινιγμού ο Αμερικανός είναι αληθινός μάστορας.

Ο John Carpenter δεν φαίνεται να έχει σπουδάσει μουσική, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει ένας τρανός composer, πρώτα και κύρια των μουσικών για τις δικές του ταινίες.

Από το πρώτο του soundtrack για ταινία μεγάλου μήκους, το φιλοσοφικής επιστημονικής φαντασίας Dark Star (1974), o Carpenter έδειξε το ενδιαφέρον και την προτίμησή του στην ηλεκτρονική μουσική επηρεασμένος, εκείνα τα παλιά χρόνια, από τους πιονιέρους του είδους και βασικά την Bebe και τον Louis Barron. Εξάλλου, η θρυλική ηλεκτρονική επένδυση του ζεύγους Barron για την ταινία του Fred M. Wilcox Forbidden Planet (1956) αποτελεί μία από τις “δέκα αγαπημένες» του αμερικανού σκηνοθέτη και συνθέτη, βάσει των δικών του λεγομένων στο dummymag.com. Άλλο ηλεκτρονικό soundtrack που του αρέσει πολύ; Το “Sorcerer” (1977) των Tangerine Dream, για τo αμερικάνικο Μεροκάματο του Φόβου του William Friedkin. Όντως, πολύ καλό.

Στο Assault on Precinct 13 (O Σταθμός 13 Δέχεται Επίθεση) του 1976, ο Carpenter εκσυγχρονίζει το ηλεκτρονικό οπλοστάσιό του, εισάγει περισσότερα ρυθμικά στοιχεία, διαπρέποντας στη χρήση του moog synthesizer, με την ταινία να θεωρείται πλέον κλασική – ένας φόρος τιμής στο κλειστοφοβικό/ερμητικό western Rio Bravo (1959) του Howard Hawks και στο πρώτο ζόμπι (1968) του George A. Romero.

Το soundtrack του Halloween (Η Νύχτα με τις Μάσκες) πρέπει να είναι το πρώτο (του Carpenter) που κυκλοφόρησε ποτέ, αφού υπάρχει ιαπωνική έκδοσή του από το 1979. Έχοντας δίπλα του τον Dan Wyman στον προγραμματισμό, ο Carpenter επενδύει ξανά στις απλές, αλλά με έμπνευση cool μελωδίες, εισάγοντας ακόμη πιο πολλά μινιμαλιστικά στοιχεία στα θέματά του. Ο synth διάκοσμος είναι εκσυγχρονισμένος και αρκούντως δραματικός, με το “Halloween Theme – Main Title” να στοιχειώνει ακόμη και σήμερα. Λόγω της ταινίας βασικά, που παραμένει αξέχαστη…

Άλλη διάσημη δυστοπική ταινία, το Escape from New York βγαίνει στους κινηματογράφους το 1981 και αλλάζει το προφίλ των περιπετειών φαντασίας. Γνωστή η ιστορία. Ο Carpenter αυτή τη φορά συνεργάζεται, για το soundtrack, με τον Alan Howarth, έναν sound designer και συνθέτη από τους πιο άξιους που ανέδειξε το Hollywood μετά το ’80. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσουμε το “Escape from New York” ως το πιο ροκ soundtrack του Carpenter (και όχι μόνο επειδή ακούγεται ηλεκτρική κιθάρα σ’ αυτό, παιγμένη από τον Tommy Lee Wallace). Γενικά, ο Αμερικανός ακολουθεί τις ηχοχρωματικές επιταγές της εποχής, στρώνοντας σκληρά ρυθμικά υπόβαθρα, τα οποία “κόβει” με σύντομης διάρκειας μελωδίες. Υπάρχει, πάντα, σε ανάπτυξη το μινιμαλιστικό στοιχείο, που συχνά λειτουργεί σαν χαλί, πάνω στο οποίο υφαίνονται νέα ρυθμικά patterns, synth-breaks κ.λπ. Ένα κάπως παγερό, αλλά ουσιαστικό OST είναι το “Escape from New York” (θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και Herbie Hancock ορισμένες φορές) κάνοντας, κι αυτό, τη δική του διαδρομή.

 

Η συνέχεια με τις ταινίες Κριστίν, Χαμός στην Τσάιναταουν, Ο Πρίγκιπας του Σκότους, Ζουν Ανάμεσά μας

Την ίδια εποχή (1981-82) ο Carpenter (μαζί με τον Alan Howarth) γράφει μουσική για δύο ταινίες που δεν σκηνοθέτησε ο ίδιος, αν και αποτελούσαν πνευματικά παιδιά του – μιλάμε για το Η Νύχτα με τις Μάσκες No 2 του Rick Rosenthal και το Η Νύχτα με τις Μάσκες No 3 του Tommy Lee Wallace -, ενώ δεν γράφει μουσική για την έξοχη Απειλή, αφού προτιμά να συνεργαστεί με τον Ennio Morricone.

Παρότι στην Christine (1983) η ιστορία έχει ισχυρές ροκεντρολάδικες δόσεις – καθώς ακούγονται τραγούδια με τους Buddy Holly, Little Richard, Dion, Larry Williams κ.ά.-, εντούτοις οι John Carpenter και Alan Howarth δημιουργούν ακόμη μία χαμηλών τόνων, synth, “υπόγεια” μουσική συνοδεία, που ταιριάζει εντελώς σε θρίλερ και όχι σε μια απλή ταινία με κάποιο αυτοκίνητο. (Η Christine, εξάλλου, δεν ήταν όποιο κι όποιο αυτοκίνητο).

Το ίδιο πάνω-κάτω θα έπρατταν οι Carpenter & Howarth και για το Big Trouble in Little China (Χαμός στην Τσάιναταουν) το 1986, μία ανακατωμένη ο ερχόμενος ταινία, που βλέπεται σαν περιπέτεια, σαν κωμωδία, σαν ταινία φαντασίας, σαν πολλά και διάφορα – αν και η μουσική της κρατάει από την αρχή έως το τέλος ένα στυλ. Εξαιρετική synth music δηλαδή, με tracks σαν το “Abduction at airport” (από την double CD complete εκδοχή της) να φέρνουν στο νου τον καλύτερο Klaus Schulze εκείνης της εποχής.

Εκτιμώ αφάνταστα σαν ταινίες τον Πρίγκιπα του Σκότους (Prince of Darkness) του 1987 και κυρίως το Ζουν Ανάμεσά μας (They Live) του 1988. Η πρώτη, ένα ψευδοεπιστημονικό, μεταφυσικό θρίλερ με πολύ δυσάρεστη και αληθινά τρομακτική πλοκή, και η δεύτερη ένα έξοχο παραμύθι ρεαλιστικού τρόμου, που σε οδηγεί να σκεφτείς γύρω από τα κινούμενα νήματα της κανονικής ζωής. Σπουδαία προφητική ταινία, καθόλου βαρύγδουπη και με μια παράξενη γοητεία, που την καθιστά μοναδική. Carpenter & Howarth ξανά μαζί στον Πρίγκιπα του Σκότους, κι ακόμη ένα ανεπαίσθητο synth OST, κάπως προκατασκευασμένο σαν πρώτο άκουσμα, αλλά με υψηλή λειτουργικότητα μέσα στο φιλμ. Αντιθέτως, στο They Live οι δυο τους χρησιμοποιούν κι άλλες φόρμες (και βασικά το blues) για να περιγράψουν τις περιπέτειες όλων εκείνων που ζουν και κυρίως εκείνων που… ζουν και δε ζουν.

 

Στη δεκαετία του ’90 και στα 00s. Στο Στόμα της Τρέλας, Η Πόλη των Καταραμένων, Απόδραση από το Λος Άντζελες, Vampires, Απειλή στον Άρη…

Οι τελευταίες ταινίες του John Carpenter που είδα, και στις οποίες είχε γράψει τη μουσική τους, προέρχονται από τη δεκαετία του ’90 και είναι το In the Mouth of Madness (1994/95) και το Village of the Damned (1995). Στην πρώτη τον βοήθησε ο Jim Lang, ενώ στη δεύτερη ο Dave Davies (ο κιθαρίστας των Kinks!).

Η πρώτη ταινία είναι η πιο “λαβκράφτια” της φιλμογραφίας του Carpenter, με τις αναφορές στον “ερημίτη του Πρόβιντενς”, τον H.P. Lovecraft, να είναι οι περισσότερες από ποτέ. Θυμήθηκα μερικά θέματα από το Στόμα της Τρέλας μέσω του YouTube, όπως το φερώνυμο track με τις rock πενιές του Josh Sklair, ή το “Robby’s office” με τις πιο υποχθόνιες του ίδιου του Carpenter. Πρόκειται για ένα soundtrack, που “στρώνει” όσο περνάει η ώρα, με τα υπαινικτικά ηλεκτρονικά σταδιακώς να κυριαρχούν.

Απεναντίας, πολύ πιο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μουσική στην Πόλη των Καταραμένων. Αν και η ταινία δεν σε κρατάει όπως το πρωτότυπο Village of the Damned του Wolf Rilla από το 1960, εντούτοις έχει ωραία μουσική και η συνεισφορά σ’ αυτήν του Dave Davies δεν πρέπει να είναι μικρή. Η παραγωγή δεν λυπήθηκε τα χρήματα κι έτσι για πρώτη φορά η μουσική του Carpenter αποκτά κάποια πιο επικά χαρακτηριστικά, αφού η παρουσία ορχήστρας, αλλά και διαφόρων μουσικών σε καίριες θέσεις (σε hammond, επιπρόσθετα synths και φωνές) δίνει στους βασικούς συνθέτες (τον Carpenter και τον Davies) μία “άλλη” άνεση.

Από εκεί και πέρα ο John Carpenter θα γράψει τα soundtracks και στις επόμενες ταινίες του – το Escape from L.A. (1996) σε συνεργασία με την Shirley Walker, το Vampires (1998), το Ghosts of Mars από το 2001 (τούτο μαζί με μέλη των Damned, των μεταλλάδων Anthrax, των Cars, τον περίφημο κιθαρίστα Steve Vai κ.ά.), ενώ στο πιο πρόσφατο The Ward (2010) (ε.τ. Ο Θάλαμος του Τρόμου) μουσική δεν έγραψε ο ίδιος, αλλά ο Mark Kilian.

Lost Themes

Στις αρχές του 2015 μια εταιρεία από το Brooklyn, η Sacred Bones Records, τύπωσε έναν δίσκο του John Carpenter, το “Lost Themes”, τον οποίο διαφήμισε ως το debut solo album του. Περίεργος χαρακτηρισμός, όταν ο Carpenter κυκλοφορεί LP από τα τέλη του ’70. Πιθανώς να εννοούσαν κάτι που δεν είχε σχέση με τον κινηματογράφο – αν και αυτό ελέγχεται. Δεν ξέρω τι μπορεί να υπονοεί ο τίτλος “Lost Themes”, αλλά, ας μας επιτραπεί η έκφραση, εδώ έχουμε κλασικό κινηματογραφικό Carpenter. Ποικίλα electro θέματα λοιπόν, στα οποία έχουν βοηθήσει ο γιος του Carpenter (και της ηθοποιού και πρωταγωνίστριας της Ομίχλης κ.λπ. Adrienne Barbeau) Cody Carpenter και ο Daniel Davies. Μάλιστα η Sacred Bones έδωσε το 2016 δεύτερο LP, το “Lost Themes II”, που μοιάζει με το προηγούμενο, αν και με μια πρώτη ακρόαση φαίνεται ακόμη καλύτερο. Κι εδώ η ίδια τριάδα (John και Cody Carpenter, Daniel Davies) κι όλα εκείνα τα synthφ και ελαφρώς classical vibes, που αναγνωρίζουμε στις πιο σημαντικές ταινίες του.

Το 2018 κυκλοφορεί το πιο καινούριο Halloween, – η ταινία (σκηνοθεσία David Gordon Green) και το soundtrack (John Carpenter, Cody Carpenter, Daniel Davies), ένα πολύ δυνατό electronic, ambient, minimal, άκρως υποβλητικό score, που ταιριάζει γάντι μ’ αυτή την ειδική σειρά ταινιών.

Το μόνο που απομένει πια είναι μια καινούρια ταινία με την σκηνοθετική ματιά του 72χρονου John Carpenter, αλλά πόσο πιθανόν μπορεί να είναι αυτό, τούτη τη στιγμή, κανείς δεν ξέρει.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο πέμπτο τεύχος του YELLOWBOX που κυκλοφορεί στα περίπτερα, από τον Φώντα Τρούσα._YB

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.