Σαν σήμερα… 29 Απριλίου 1899, γεννήθηκε ο Ντιουκ Έλινγκτον, αμερικανός συνθέτης και πιανίστας της Jazz.

Σαν σήμερα… 29 Απριλίου 1899, γεννήθηκε ο Ντιουκ Έλινγκτον, αμερικανός συνθέτης και πιανίστας της Jazz.

O Έντουαρντ Κένεντι Έλινγκτον (Edward Kennedy “Duke” Ellington, 29 Απριλίου 1899 – 24 Μαΐου 1974), γνωστός περισσότερο ως Ντιουκ Έλινγκτον, ήταν Αμερικανός συνθέτης, ενορχηστρωτής και πιανίστας της τζαζ μουσικής. Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της τζαζ στη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Ο Έλινγκτον γεννήθηκε το 1899 στην Ουάσινγκτον. O πατέρας του εργαζόταν ως σερβιτόρος στον Λευκό Οίκο. Οι γονείς του, αν και δεν ήταν επαγγελματίες μουσικοί, είχαν κατάρτιση στο πιάνο και από την ηλικία των επτά ετών, άρχισε μαθήματα και ο ίδιος, παρά το γεγονός πως δεν πίστευε ότι διέθετε ιδιαίτερη κλίση. Αργότερα, όταν σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών άρχισε να παρακολουθεί κρυφά συναυλίες, απέκτησε μεγαλύτερο σεβασμό στη μουσική και αντιμετώπισε τα μαθήματα πιάνου με μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Εγκατέλειψε το σχολείο τρεις μήνες πριν την αποφοίτησή του, το 1917, με στόχο να ακολουθήσει επαγγελματική σταδιοδρομία στη μουσική και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει να εργάζεται ως πιανίστας σε μαγαζιά της Ουάσινγκτον.

Στα τέλη του 1917, σχημάτισε το πρώτο του μουσικό συγκρότημα, The Duke’s Serenaders, με το οποίο πραγματοποίησε εμφανίσεις σε μουσικά κέντρα και ως μουσική συνοδεία σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Το Σεπτέμβριο του 1923, εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη, μαζί με το πενταμελές συγκρότημα The Washingtonians που είχε νωρίτερα σχηματίσει. Το συγκρότημα πραγματοποίησε εμφανίσεις σε διάφορα μουσικά κέντρα, πριν αποτελέσει την μόνιμη ορχήστρα του γνωστού Cotton Club, γεγονός που ενίσχυσε σημαντικά τη φήμη του Έλινγκτον (Πρωτοεμφανίστηκε στις 4 Δεκεμβρίου 1927). Παρέμεινε εκεί για ένα διάστημα περίπου τριών ετών, περίοδο κατά την οποία η μεγάλη ορχήστρα του, εξελίχθηκε σε μία από τις δημοφιλέστερες της εποχής, με συμμετοχή σε αυτή αρκετών σημαντικών μουσικών, ενώ ο ίδιος ο Έλινγκτον διακρίθηκε για την ικανότητά του στη σύνθεση. Το Cotton Club ήταν ένα από τα λίγα κέντρα του Χάρλεμ με πελατεία αποτελούμενη αποκλειστικά από λευκούς. Ήταν το διαβατήριο για την επιτυχία και την ευρύτερη καταξίωση. Το ύφος του κλαμπ, που προοριζόταν για τουρίστες, θύμιζε εξωτική ζούγκλα. Ο Ντιουκ ανταποκρίθηκε, ενορχηστρώνοντας κομμάτια με τρομπέτες να τσιρίζουν, τρομπόνια να βρυχώνται και σαξόφωνα να ουρλιάζουν. Όλα αυτά τα εφέ παρουσιάζονταν με καταπληκτική μαστοριά και συνδυάζονταν με αυτοσχεδιαζόμενα σόλο των μουσικών του. Χαρακτηριστικό δείγμα, η σύνθεση «East St. Louis Toodle-oo», που αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ντιουκ Έλινγκτον. Το στυλ αυτό ονομάστηκε jungle.

Το 1931 αφήνει το Cotton Club και πραγματοποιεί περιοδεία στην Ευρώπη. Από τότε, η ορχήστρα του θα βρίσκεται συνεχώς «στο δρόμο». Αυτή την εποχή κυκλοφορεί μία ακόμη επιτυχία, το κλασσικό «Mood Indigo» και αργότερα το εξωτικό «Caravan» (1937). Το 1939 ο Έλιγκτον προσλαμβάνει ένα νεαρό μουσικό, τον Μπίλι Στρέιχορν, που δεν εμφανίζεται συχνά με την ορχήστρα του, αλλά γίνεται ο άμεσος συνεργάτης στον συνθετικό και ενορχηστρωτικό τομέα. Η κορύφωση της συνεργασίας τους έρχεται το 1941 με τη μεγάλη επιτυχία «Take the A Τrain», που αποτελεί ένα κλασσικό κομμάτι της εποχής του σουίνγκ.

Οι αρχές της δεκαετίας του 1940, θεωρούνται ως η περίοδος της δημιουργικής ακμής του Έλινγκτον, κυρίως διότι συνοδεύτηκαν από ορισμένες εκ των καλύτερων μουσικών συνθέσεών του. Σε αυτό συνέβαλαν και σημαντικοί νέοι μουσικοί που πλαισίωσαν την ορχήστρα του, όπως ο Τζίμι Μπλάντον (κοντραμπάσο), ο Μπεν Γουέμπστερ (τενόρο σαξόφωνο) ή ο Ρεξ Στιούαρτ (κόρνο), καθώς και η συνεργασία του με τον συνθέτη, πιανίστα και ενορχηστρωτή Μπίλλυ Στρέιχορν.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, ο Έλινγκτον παρέμεινε μουσικά ενεργός. Το 1962, ξεχώρισαν οι συνεργασίες του με τον Τζον Κολτρέιν, τον Τσαρλς Μίνγκους καθώς και με τον Κόλμαν Χόκινς, με τους οποίους συμμετείχε σε ηχογραφήσεις. Το 1963 περιόδευσε στην Μέση Ανατολή, τον επόμενο χρόνο στην Ιαπωνία, ενώ το 1968 και το 1971 έδωσε συναυλίες στη Λατινική Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση αντίστοιχα. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, σημαντική εξέλιξη στο μουσικό του ύφος, αποτέλεσε η προσπάθειά του να ενσωματώσει στοιχεία της θρησκευτικής λειτουργίας στη τζαζ. Στα πλαίσια αυτού του εγχειρήματος, πραγματοποίησε τρεις συναυλίες (Sacred Concerts), που έλαβαν χώρα σε διαφορετικές εκκλησίες και καθεδρικούς ναούς, με συνοδεία χορωδίας και χορευτών.

Το 1969, του απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, μία από τις ανώτερες τιμές προς πολίτες των Ηνωμένων Πολιτειών, για τη συνολική συνεισφορά του στη μουσική. Το 1973, τιμήθηκε επιπλέον με τη Λεγεώνα της Τιμής, από τη Γαλλική Δημοκρατία. Τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του. Πέθανε από καρκίνο, στις 24 Μαΐου του 1974.

Η Ορχήστρα του, συνεχίζει να παίζει και να διαδίδει τη μουσική του, πρώτα υπό την καθοδήγηση του γιου του Μέρσερ Έλινγκτον και μετά το θάνατό του το 1996 από τον εγγονό του Πολ Έλινγκτον.

Διαβάστε την ιστορία του ιστορικού “Take The A Train” όπως την είχαμε δημοσιεύσει https://www.yellowbox.gr/san-simera-15-fevrouariou-1941-o-ntiouk-elingkton-ichografei-ti-megali-epitychia-tou-take-the-a-train/ και ακούστε τη μοναδική ερμηνεία του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.