ΤΕΥΧΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ

H (όχι και τόσο κρυφή) γοητεία της αντίθεσης…

Πολλές φορές (και πολλοί) αναρωτιούνται αν υπάρχει κάτι που διαφοροποιεί τον χώρο του audio και ειδικά του audio υψηλών απαιτήσεων, από τους υπόλοιπους τεχνολογικούς κλάδους της εποχής μας. Η αίσθηση είναι ότι υπάρχει, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να το εντοπίσει με σαφήνεια. Ίσως αυτό να συμβαίνει επειδή δεν είναι ένα “κάτι” αλλά πολλά “κάτι” αυτά που διαφοροποιούν την υψηλή πιστότητα και την κάνουν τόσο ελκυστική ως ιδέα, σε σημείο να γίνεται τρόπος ζωής για ορισμένους.

Σκέπτομαι ότι, πιθανόν, ένας από τους λόγους είναι η εγγενής τάση των audi-άδων για αναρχία, μια έντονη επιθυμία να δημιουργούν, να συντηρούν (ενίοτε με πάθος) και, εν τέλει, να ζουν σε ένα περιβάλλον με επίμονες αντιθέσεις. Δεν αναφέρομαι σε αντιθέσεις-μέρος μιας διαλεκτικής διαδικασίας, η οποία έχει ως τελικό στόχο μια σύνθεση, αλλά για την αντίθεση ως modus vivendi, έξω από τα όρια της απλής διαφοροποίησης η οποία απαιτείται σε μια αγορά, αν θέλεις να επιβιώσεις. Μιλάμε για ουσιώδεις, αξιωματικού επιπέδου, διαφοροποιήσεις που είναι σχεδόν αδύνατον να τις δικαιολογήσεις σε κάποιον που βρίσκεται εκτός του χώρου.

Πάρτε για παράδειγμα δύο συσκευές που δοκιμάσαμε στο τεύχος που κρατάτε: Είναι δύσκολο να φανταστείς δύο περισσότερο διαφορετικά αντικείμενα από το dCS Bartók και το Nexus Acoustics RD-500. Δεν αναφέρομαι σε συμβατικά γνωρίσματα (δυνατότητες, στυλ, κλπ) αναφέρομαι στην ουσία. Το πρώτο, είναι ένα μεγαθήριο πολυπλοκότητας (στημένο με απίστευτα σωστό τρόπο), το δεύτερο ένας -σχεδόν μυστηριακός- συνδυασμός σύγχρονης τεχνολογίας και τεχνολογίας του ’30. Και τα δύο φέρουν εις πέρας την βασική τους αποστολή με απόλυτη επιτυχία (είναι, δηλαδή, συσκευές υψηλής πιστότητας) και τα δύο είναι απολύτως αποδεκτά (και μανιωδώς επιθυμητά -ενίοτε και ταυτόχρονα) από μερίδες της αγοράς.

Πώς το καταφέρνουμε αυτό; Πώς μπορεί μια 2Α3 να κινείται στον ίδιο χώρο με έναν Ring DAC και τα δύο αντικείμενα να συνυπάρχουν χωρίς το παραμικρό ίχνος συγκατάβασης ένθεν κακείθεν; Δεν έχω μια απλή απάντηση σε αυτό, αλλά καταλαβαίνω ότι μπορεί να είναι κάτι που γοητεύει ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων.

Δύσκολο να πεις αν πρόκειται για μια μοναδικότητα, σίγουρα πάντως πρόκειται για κάτι σπάνιο. Προσπαθήστε να φανταστείτε πώς θα ήταν άλλοι τομείς της τεχνολογίας, αν επεδείκνυαν παρόμοιες συμπεριφορές: Αυτοκίνητα με φρένα της δεκαετίας του ’50… Υπολογιστές με μνήμες τεχνολογίας του ’70… Διαδίκτυο με διακομιστές Univac (;)… smartphone με μπαταρίες του ’90… Τι προοπτικές θα είχαν τέτοιου είδους προϊόντα στην αγορά; Πόσο φανατικούς χρήστες θα είχαν;

Τώρα που το ξανασκέπτομαι, ίσως η αιτία αυτής της περίεργης διαφοροποίησης να είναι η αναγκαστική εγγύτητα της τεχνολογίας του ήχου με την τέχνη της μουσικής και η μικρή μόνο σχέση της με τις πραγματικές, πιεστικές αναγκαιότητες της καθημερινότητας (τουλάχιστον στο επίπεδο της οικιακής χρήσης). Η τέχνη είναι από την φύση της ριζοσπαστική, άναρχη και αντιπαθεί τον κομφορμισμό και δεν αποκλείεται να περνά ένα μέρος των στοιχείων αυτών στην αντίστοιχη τεχνολογία και τους ανθρώπους της, πολλοί από τους οποίους είναι, οι ίδιοι, μουσικόφιλοι.

Τυχεροί δεν είμαστε;

Δημήτρης Σταματάκος

YELLOW BOX MAGAZINE info@yellowbox.gr

Copyright © 2020 Yellow Magazine | All rights reserved Viva payments